Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ | ΙΑΝΟΣ | ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ
“ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΧΡΩΜΑΤΑ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ…”
του Βασίλη Μόσχη
ΙΑΝΟΣ | ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ
25/11/2011
                                                                                                      Πηνελόπη Τζιώκα
Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων
                                            Γενικά

Ο Βασίλης Μόσχης είναι και το δείχνει με το πρώτο του μυθιστόρημα «Χιλιάδες χρώματα στα μάτια της» ένας υπέροχος παραμυθάς. Αφηγείται με φωνή ζεστή και ανθρώπινη, με κατανόηση και συν-πάθεια το ανθρώπινο πάθος σε αυτόν τον κόσμο το μικρό και μέγα. Ένα παραμύθι λοιπόν συνθέτει και αφηγείται με κεντρικό πρόσωπο τη Μυρσίνη, όνομα σμυρναίικο όλο ευωδιές και ευαισθησία. Όμως το ξέρουμε ότι τα παραμύθια είναι αληθινά. Όσο πιο πολύ παραμύθι, τόσο πιο πολλή αλήθεια κρύβει. Γι’ αυτό άλλωστε και τα παραμύθια ζουν, ακολουθούν τη ζωή και άλλοτε προπορεύονται, καθώς πυκνώνουν την αλήθειά της.Ο Βασίλης Μόσχης, λοιπόν, φύσει και θέσει παραμυθάς ξετυλίγει την αφήγηση με μαεστρία και τέχνη. Γνωρίζει πώς να κεντρίζει το ενδιαφέρον, πώς να χειρίζεται τις ανατροπές και πώς να διαλέγεται με τους ήρωές του και τον αναγνώστη του. Και όλα αυτά απλά και φυσικά.

        Γραμματολογική Ένταξη

Ας ξεκινήσουμε την ανάγνωσή μας με το κύριο γραμματολογικό γνώρισμα του κειμένου.
 Το μυθιστόρημα «Χιλιάδες Χρώματα στα μάτια της» εντάσσεται στην αφηγηματική παράδοση του ρεαλισμού. Ο κόσμος που αναδύεται είναι αναγνωρίσιμος είτε ως εμπειρία και βίωμα είτε ως μνήμη που μεταβιβάζεται προφορικά από τη μια γενιά στην άλλη και αποτελεί τον κρυφό δεσμό τους. Ο κόσμος της Μυρσίνης και η κοινωνία στην οποία πορεύεται δίνουν την εντύπωση ενός γίγνεσθαι και μιας ακινησίας συγχρόνως. Το πρώτο απηχεί την αλήθεια του κόσμου μας, το δεύτερο την ανάγκη της ταυτότητάς μας και της σταθερότητας που χρειαζόμαστε για να αυτοπροσδιοριστούμε. Ο Βασίλης Μόσχης καταφέρνει να δώσει αυτή τη διπλή αίσθηση του γίγνεσθαι και της ακινησίας συγχρόνως καθώς τα πρόσωπα αλλάζουν, οι καταστάσεις μεταβάλλονται, αλλά ταυτόχρονα παραμένουν αναγνωρίσιμα, οικεία, δικά μας και από την άποψη αυτή ίδια.
Ο ρεαλισμός που χαρακτηρίζει το μυθιστόρημα δεν εκφυλίζεται σε εύκολη ηθογραφία ή λαογραφία ούτε σε κραυγαλέο νατουραλισμό. Μένει στέρεα προσανατολισμένος στην ανάδειξη του ανθρωπολογικού υποστρώματος μιας εποχής, στην ανάδειξη του ανθρώπινου όπως αυτό διαμορφώνεται στη σχέση του με το κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό και ιστορικό στοιχείο της ζωής μας. Και όλα αυτά δίνονται στο έργο ως ζώσα πραγματικότητα. Επιπλέον ο ρεαλισμός του έργου τροφοδοτείται από γενναίες δόσεις ψυχογραφίας, χωρίς να γίνεται ψυχογράφημα, καθώς ο συγγραφέας αρέσκεται να τέμνει τους χαρακτήρες του, να βυθίζεται στα μύχια της ψυχής τους, να αναδεικνύει τον ιδιαίτερο, τον προσωπικό, τον χαώδη εσωτερικό μικρόκοσμό τους, το μικρόκοσμο που όλοι κλείνουμε μέσα μας. (παρ. 1η, σελ. 43) Οι εκτεταμένες περιγραφές και οι πλούσιοι, σχεδόν θεατρικοί διάλογοι, υπηρετούν και υποστηρίζουν θαυμάσια τον τρισδιάστατο, απτό, ζωντανό κόσμο του μυθιστορήματος.
Ο ρεαλισμός του έργου δεν εκπίπτει σε ρηχό νατουραλισμό ούτε σε ανούσια εξιστόρηση μιας ακόμη περίπτωσης, ενδιαφέρουσας όσο κρατά η ανάγνωσή της. Αντίθετα προβάλλεται το ουσιαστικό και αφήνεται στη φαντασία και στην ευαισθησία του αναγνώστη να συμπληρώσει τις σωστά επιλεγμένες σιωπές της ιστορίας, τις λεπτομέρειες που αποκαθιστούν το όλο. Έτσι ο ρεαλισμός συνοδεύεται από την αναγκαία αφαιρετικότητα ώστε να διατηρηθούν στην επιφάνεια τα σπουδαία και να αποφευχθεί η εύκολη συγκίνηση και η μελοδραματικότητα. Ο συγγραφέας αποφεύγει να δώσει σκηνές ιδιαίτερα συγκινησιακά φορτισμένες, αποδραματοποιεί την πλοκή την κατάλληλη στιγμή, επιλέγει την αφηγηματική αναδρομική απόδοσή τους και όχι τη δραματική αναπαράστασή τους. Έτσι το έργο κερδίζει σε εσωτερική ένταση, ισορροπία και μέτρο.


        Αφηγηματικές ιδιαιτερότητες

Συνεχίζουμε με παρατηρήσεις στην αφηγηματική τέχνη του έργου.
Ο συγγραφέας επιλέγει τον τύπο του τριτοπρόσωπου παντογνώστη αφηγητή. Βλέπει το σύμπαν της Μυρσίνης από μέσα και απ’ έξω. Σαν καλός παραμυθάς πιάνει την κλωστή της αφήγησης από το σημείο που προκαλεί τη μεγαλύτερη έκπληξη και τις περισσότερες προσδοκίες στον αναγνώστη. Έτσι αρχίζει μάλιστα. In medias res. Από ένα μεταγενέστερο σημείο της ιστορίας και με τη χρήση αναχρονιών συμπληρώνει το παζλ της αφήγησης. Ο αναγνώστης πότε παρακολουθεί τις πράξεις και τις σκέψεις και τις πράξεις των άλλων προσώπων γι’ αυτή. Για παράδειγμα, η αγωνία της Μυρσίνης για το ραντεβού με την Ερατώ στη Θεσσαλονίκη που δεν έγινε όπως σχεδιάστηκε, διασταυρώνεται αφηγηματικά με την αγωνία της Αγγέλας στην Αθήνα για τον ίδιο λόγο. Ο αφηγηματικός φακός παρακολουθεί τα δύο πρόσωπα από πάνω και ο αναγνώστης αισθάνεται την αγωνία τους άμεσα. Είναι έτοιμος σχεδόν να τις καθησυχάσει. Με τον τρόπο αυτό ο συγγραφέας βγάζει τον αναγνώστη από το βολικό εφησυχασμό και τον κινητοποιεί εσωτερικά, τον καθιστά μέτοχο και συμπάσχοντα στην αγωνία και στο πάθος των ηρώων και τελικά ενεργητικό και κριτικό αναγνώστη.
 Τέλος εντοπίζουμε το χρόνο του εγώ, το χρόνο όπως βιώνεται από το υποκείμενο εσωτερικά. Ο χρόνος της προσωπικής μνήμης, του στοχασμού, της ενδοσκόπησης, ο χρόνος της αναμονής, της απόφασης, της χαράς, της λύπης. Ο χρόνος μέσα μας που μετρά την εσωτερική και πιο βαθιά σχέση με τη ζωή και το είναι μας. (παρ. 2η σελ. 462)
Η ασυνεχής αφήγηση, η χρήση αναχρονιών (αναλήψεις – προλήψεις) ανανεώνουν συνεχώς το αναγνωστικό ενδιαφέρον και επιφυλάσσουν και την έκπληξη του αστυνομικού διηγήματος. Η αφήγηση οργανώνεται με τη λογική του αινίγματος και της λύσης του. Πλέκεται ένα μυστήριο για μια κατάσταση (πώς προέκυψε, γιατί) και δίνεται την κατάλληλη στιγμή η λύση του. Ο αναγνώστης αναρωτιέται για τη συμπεριφορά και την τακτική της Μυρσίνης, αγωνιά για τις επιλογές της, κόβεται η αναπνοή του στην κορύφωση, στην κρίσιμη στιγμή και παίρνει τις απαντήσεις του την κατάλληλη στιγμή σ’ έναν υστερότερο χρόνο. Έτσι ο συγγραφέας δε μένει στην πρόκληση του ενδιαφέροντος μόνο για το τι (τι έγινε), δεν εξάπτει απλώς την περιέργεια του αναγνώστη αλλά τον στρέφει να παρακολουθήσει το πώς (πώς έρχεται η λύση) και τον καθιστά κριτικό. Εξαιρετικού ενδιαφέροντος τέτοια περίπτωση είναι ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζεται ο αφηγητής τη στάση της Μυρσίνης απέναντι στην αγωνία του Μηνά για τον έρωτα των παιδιών τους. Ο συγγραφέας διαχειρίζεται θαυμάσια την ψυχολογία των ηρώων και αξιοποιεί τις σκόπιμες σιωπές του για να αναδείξει μέσα από το θέμα της πλάνης την ήρεμη καθημερινή τραγικότητα της Μυρσίνης τη δύναμη και την αδυναμία της, την ευγένεια που διασώζει μέσα από τις δοκιμασίες της ζωής της. Η έκπληξη και η κάθαρση με τη μορφή της αιτιολογημένης επαρκώς ισορροπίας του τέλους ανακουφίζουν τον αναγνώστη και συγχρόνως του θέτουν ερωτήματα ηθικά, κοινωνικά, ανθρωπολογικά και υπαρξιακά. Οι επιλογές, οι πράξεις, η ζωή της Μυρσίνης δεν κρίνονται, προβάλλονται ως ερωτήματα.
 Αφηγηματικό ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας διαχειρίζεται το χρόνο. Στις σελίδες του μυθιστορήματος περνούν περίπου σαράντα χρόνια ζωής. Είναι ο χρόνος της ιστορίας τον οποίο ο αφηγητής άλλοτε τον συστέλλει και άλλοτε τον διαστέλλει. Μπορούμε να διακρίνουμε τρία επίπεδα χρόνου συγκοινωνούντα μεταξύ τους τα οποία και συνιστούν ένα ισχυρό πλέγμα – ιστό στον οποίο υφαίνονται τα γεγονότα και οι καταστάσεις. Διακρίνουμε λοιπόν τον ιστορικό χρόνο, που ορίζεται κυρίως με τη μικρασιατική καταστροφή, το β’ παγκόσμιο πόλεμο και τον εμφύλιο. Αποτελεί το ιστορικό υπόβαθρο του έργου που του δίνει αληθοφάνεια και πειστικότητα αλλά δεν το περιορίζει ούτε το εγκλωβίζει ώστε να το μεταβάλει σε ημερολόγιο ή απομνημόνευμα.
Μαζί με τον ιστορικό, εντοπίζουμε και το συμβατικό χρόνο της καθημερινότητας, του βιοπορισμού, το χρόνο όπου αναπτύσσουμε τις δραστηριότητές μας, τις σχέσεις μας, τις εργασίες μας. Θα τον ονόμαζα κοινωνικό χρόνο, που τον μοιραζόμαστε στην αγορά, στους δρόμους, στις δουλειές μας και δένεται με τη δυναμική μιας κοινωνίας. Εξαιρετικές περιγραφές της αγοράς στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα, της φτωχογειτονιάς κ.τ.λ. αποδίδουν τον κοινωνικό χρόνο και συγχρόνως μια ολόκληρη εποχή.
Η ζωή και η ιστορία της Μυρσίνης απλώνεται σε αυτά τα τρία επίπεδα του χρόνου κατά ασυνεχή. Ο συγγραφέας δεν ακολουθεί γραμμική αφήγηση. Κάνει ευρεία χρήση αναχρονιών που του επιτρέπουν να εκπλήσσει τον αναγνώστη με τις ανατροπές των πραγμάτων.
Το έργο είναι χωρισμένο σε κεφάλαια και ακολουθούν την αρχή της αυτονομίας και της αντίθεσης. Το κάθε κεφάλαιο μπορεί να διαβαστεί μόνο του, αλλά συγχρόνως συμπληρωματικά με τα άλλα. Κάθε κεφάλαιο παρουσιάζει ένα βασικό πρόβλημα, μια λύση και μια σκηνική κορύφωση. Για παράδειγμα στο πρώτο κεφάλαιο, το πρόβλημα είναι η εγκυμοσύνη της Μυρσίνης, η λύση η εγκατάστασή της στη Θεσσαλονίκη και κορύφωση η κρίσιμη στιγμή πάνω στο πλοίο για τη Θεσσαλονίκη  όπου κρίνονται οι αντοχές της Μυρσίνης, και η ίδια η ζωή της. Σε αυτή την εσωτερική οργάνωση των κεφαλαίων και την οργανική συνέχειά τους, όπου όλα πείθουν τον αναγνώστη ότι έτσι έπρεπε να είναι και όχι αλλιώς, δε μπορεί κανείς παρά να αναγνωρίσει τη μαστοριά του συγγραφέα.
Σε αυτή την προσέγγιση της ζωής της Μυρσίνης, στη βαθιά ανθρώπινη κατανόηση που χαρακτηρίζει την αφηγηματική ματιά, συμβάλλουν οι περιγραφές που αποτελούν εγκάρσιες τομές στην κοινωνία, στη ζωή, στην ψυχή της Μυρσίνης. Ο παραμυθάς αφηγητής στήνει με τις περιγραφές του ένα ζωντανό κόσμο που πάλλεται από ζωή και πάθη. Οι περιγραφές είναι οργανικά μέρη της αφήγησης, καθώς σε αυτές η ματιά του αφηγητή βαθαίνει και αποκαλύπτεται η προσωπική ευαισθησία του και ο δικός του διάλογος με τα πρόσωπα και τις καταστάσεις.(παρ. 3η σελ. 142)

        Γλώσσα
Αυτό λοιπόν το αφηγηματικό σύμπαν επενδύεται γλωσσικά στέρεα και πειστικά. Ο καθημερινός λόγος, απλός, λιτός, διεισδυτικός διαπερνά το έργο. Η γλώσσα του έργου αποπνέει φυσικότητα, κυλά αβίαστα, άλλοτε απαλή σαν τον «απαλό» ευγενικό έσω κόσμο της Μυρσίνης και άλλοτε κοφτή, απότομη, αιχμηρή σαν τον πόνο και την προδοσία που καραδοκούν γύρω της. Ο συγγραφέας και λόγω σπουδών και επαγγέλματος χειρίζεται με επάρκεια τη γλώσσα. Οι διάλογοι στήνονται με θεατρικότητα, είναι έτοιμες σκηνές όπου η γλώσσα προβάλλει το ήθος των ηρώων. Ο λόγος απογειώνεται σε ονειρικές περιγραφές ή προσγειώνεται σε αδιέξοδα και δυσκολίες ακολουθώντας με συνέπεια την εξωτερική και εσωτερική δράση, δηλαδή την εξέλιξη των καταστάσεων, τις ψυχικές διακυμάνσεις, τα συναισθήματα, την εσωτερική αναζήτηση των ηρώων, την αναζήτηση της δικής τους πραγματικότητας.
 Ο συγγραφέας στηρίζει γλωσσικά την αληθοφάνεια των χαρακτήρων χωρίς όμως να οδηγηθεί στη χρήση γλωσσικών ακροτήτων ή γραφικών διαλεκτικών τύπων. Αντίθετα χρησιμοποιεί τη γλώσσα για να αποδώσει το βάθος του ήρωα, το ήθος και την κοινωνική του θέση. Οι γλωσσικές επιλογές υπαγορεύονται περισσότερο από την περίσταση και το ήθος του ήρωα παρά από τη γεωγραφική προέλευση. Δε θα διαβάσουμε σμυρναίικες φράσεις ή άλλες ντοπιολαλιές ανάλογα με τη γεωγραφική προέλευση των ηρώων. Αντίθετα η χρήση της γλώσσας αποδίδει περισσότερο ηθικά και κοινωνικά γνωρίσματα των ηρώων εξωτερικεύει το ήθος τους, το ανθρωπολογικό βάθος τους που φαίνεται ότι είναι και ο στόχος του συγγραφέα.
 Ακόμη η γλώσσα πάλλεται ανάμεσα σε μια ποιητική χρήση, λυρική, εσωτερική, και σε μια ρεαλιστική χρήση, καθημερινή, πεζή. Αυτό δημιουργεί μικρές ανατροπές, κάνει το λόγο παλλόμενο, αισθητοποιεί αυτή τη διπλή όψη του γλωσσικού μας είναι: τι κρύβουμε μέσα μας, ευαίσθητες χορδές, συναισθήματα και τι βγάζουμε προς το έξω, πράξεις και λόγο κοφτά και περιχαρακωμένα για να επιβιώσουμε. Αυτό το πέρασμα από τον μέσα στον έξω κόσμο μας, από τον ποιητικό στο ρεαλιστικό λόγο γίνεται εντυπωσιακά σε όλο το έργο. Φράσεις ποιητικές όπως «βάρκες σκεπασμένες από τις ήρεμες νότες μιας κιθάρας» είναι συχνές χωρίς όμως ο συγγραφέας να καταφεύγει στην εύκολη αισθηματολογία, καθώς την ίδια στιγμή σχεδόν ο ποιητικός λόγος ανατρέπεται, μεταστρέφεται σε λόγο  σκληρό, πεζό, αιχμηρό, ρεαλιστικό.(παρ. 4η σελ. 149 «Όπως προχτές ...δικαιώματα)
 Η συναισθηματική κλίμακα της γλώσσας, από τα πιο θερμά συναισθήματα, ως την ψυχρότητα του πεζού κόσμου, γίνεται κλίμακα του μέσα και έξω κόσμου μας, κλίμακα που δένει το πραγματικό με το φαντασιακό, τη γη με τον ουρανό, το  χώμα με το όνειρο.

 Τα θέματα

Πίσω από τις λέξεις κρύβονται θέματα που προβάλλονται ανάγλυφα στην τοιχογραφία που στήνει ο συγγραφέας με το έργο αυτό.
  Ο άνθρωπος απέναντι στον εαυτό του, στον άλλον άνθρωπο, στην κοινωνία, στην ιστορία: αυτή θα ήταν μια σχηματική απόδοση του θεματικού υπόβαθρου του έργου. Με κεντρικό πρόσωπο τη Μυρσίνη και με τα δευτερεύοντα, τριτεύοντα πρόσωπα και το ανώνυμο πλήθος που κυκλοφορεί στο έργο, ο συγγραφέας φαίνεται να αναρωτιέται για τον απλό, καθημερινό άνθρωπο, την αξιοπρέπειά του, τα όριά του, όχι ως υψηλή, αφηρημένη φιλοσοφική έννοια, αλλά ως καθημερινή βίωση και ασύνειδη αναζήτηση της αρμονίας του υποκειμένου με τον εαυτό του. Αυτή η εναγώνια αναζήτηση που διαπερνά το έργο θέτει το θέμα της δοκιμασίας που αναλύεται σε εθνική, κοινωνική, προσωπική και υπαρξιακή.
 α) Ένα σύνολο προσώπων και η Μυρσίνη δοκιμάζεται με τη μικρασιατική καταστροφή και καθορίζεται η ζωή τους από αυτή. Το ίδιο συμβαίνει και με τον εμφύλιο. Τα πρόσωπα συμμετέχουν αλλά και καθορίζονται από την εθνική/ιστορική δοκιμασία. β) Τα πρόσωπα με προεξάρχουσα τη Μυρσίνη δοκιμάζονται και κοινωνικά. Φτώχεια, ανεργία, μιζέρια, πορνεία, αγωνία επιβίωσης, όνειρα κοινωνικής ανόδου δοκιμάζουν τις αντοχές και τις επιλογές των ανθρώπων. γ) Τα πρόσωπα έχουν τη δική τους οδύσσεια. Βιώνουν πιο προσωπικές δοκιμασίες. Η Αγγέλα δοκιμάζεται με τις ενοχές της για την τύχη της Μυρσίνης. Η Μυρσίνη δοκιμάζεται με τον προδομένο έρωτά της, την εγκυμοσύνη της, με τα όνειρά της, τις μνήμες της που ανατρέπονται, με την πορεία ζωής που επιθυμούσε και αυτή που ακολούθησε. Στη Μυρσίνη κατεξοχήν προβάλλεται ο αγώνας και τα όρια του αγώνα να επιβιώσει αξιοπρεπώς, να κρατήσει το όνειρο, την ισορροπία στον κόσμο της. δ) Τέλος η Μυρσίνη δοκιμάζεται και υπαρξιακά, καθώς πιεσμένη από τις προηγούμενες δοκιμασίες θέτει υπό αμφισβήτηση την αξία της ύπαρξής της, σχεδόν αποφασίζει το θάνατο, και αυτό δηλώνει τη δύναμη του αδύναμου ανθρώπου. Όμως στο τέλος η Μυρσίνη μέσα από τις αρνήσεις της / αρνείται και την οικογένειά της εξαιτίας του ένοχου μυστικού της / καταφάσκει στη ζωή και από την άποψη αυτή η υπαρξιακή αισιοδοξία της Μυρσίνης πιστώνεται στο συγγραφέα.
 Από το κεντρικό κατά την άποψή μου θέμα της δοκιμασίας εμπλουτίζεται με ένα πλήθος επιμέρους θεμάτων. Η ανθρωπιά, η αλληλεγγύη, η αρχή της συμπληρωματικότητας στις ανθρώπινες σχέσεις, ο έρωτας, ο καθημερινός αγώνας για επιβίωση, το δίκαιο και το άδικο, η προδοσία, η ανάγκη είναι μερικά θέματα που συμπληρώνουν την πολύχρωμη τοιχογραφία μιας κοινωνίας που είναι αναγνωρίσιμη στα βασικά της σημεία και σήμερα αλλά θα παραμείνει αναγνωρίσιμη και στο μέλλον, καθώς προβάλλει δομές και γνωρίσματα ανθρώπων και κοινωνιών σχεδόν σταθερά ή δύσκολα ανατρέψιμα, όπως τουλάχιστον δείχνει η ιστορία των κοινωνιών και του ανθρώπου. Η ματιά του αφηγητή βγάζει στην επιφάνεια το ανθρώπινο στοιχείο, όπως αυτό εκδηλώνεται καθημερινά. Η ψυχογραφική διείσδυση και η κοινωνική καταγραφή περισσότερο διαπιστωτικές παρά κριτικές, καταλήγουν σε μια ανθρωπολογική διερεύνηση που γοητεύει τον αναγνώστη με την αμεσότητα και την απλότητα του αφηγηματικού λόγου.


Χαρακτήρες

Τα θέματα του έργου ντύνονται με τα γήινα, απτά, καθημερινά πρόσωπα της διπλανής πόρτας. Η Μυρσίνη, η Αγγέλα, η Μάρω, η Ερατώ, η Λένη, η Γιαννούλα, η Μιράντα, ο Μηνάς, ο Θεόφιλος, ο Φίλιππος, ο Στρατής, η οικογένεια Αποστολίδη, συνιστούν τις μεγάλες και μικρές γραμμές ζωής του έργου. Από την αρχή ως το τέλος κυριαρχεί η Μυρσίνη. Με κάποιον τρόπο όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα συνδέονται με τη Μυρσίνη δένονται με χαλαρούς έως ισχυρότατους δεσμούς ζωής, αλλά συγχρόνως το κάθε πρόσωπο έχει τον ορατό μικρόκοσμο του, τη δική του ζωή.
 Μπορούμε να κατατάξουμε τα πρόσωπα κοινωνικά, ηθικά, από άποψη φύλου. Στο σύνολο μας δίνουν την ίδια την κοινωνία μας. Η κοινωνική διαστρωμάτωση ακολουθείται από διαφορετική ηθική ομαδοποίηση προσώπων. Υπάρχουν οι πλούσιοι και οι φτωχοί. Οι θετικοί και οι αρνητικοί τύποι όμως διαπερνούν κάθετα την κοινωνική διαστρωμάτωση. Έτσι ο έντιμος κ. Αποστολίδης, πλούσιος, «συνομιλεί» ως χαρακτήρα τον ανέντιμο Μηνά που ανήκουν στην ίδια τάξη. Η σεμνή και αθώα Μυρσίνη, φτωχή προσφυγοπούλα «συνομιλεί» με τη Λένη, πόρνη στο επάγγελμα, φτωχή πρόσφυγας και αυτή. Οι δυναμικές θετικές παρουσίες της Μάρως και της Αγγέλας, υπηρέτριες, «συνομιλούν» με τη δυναμική και θετική παρουσία της Μιράντας, της πλούσιας κας Αποστολίδη. Φαίνεται καθαρά η εσωτερική ισορροπία του έργου και η επικέντρωση του στο ζήτημα των προσωπικών αξιών στο πλαίσιο του αγώνα για επιβίωση.
 Κυρίαρχο πρόσωπο σε σχέση με τα υπόλοιπα η Μυρσίνη. Γοητεύει όχι με τη δύναμή της αλλά με την αδυναμία της. Χρειάζεται τη Μάρω, την Αγγέλα, την Ερατώ για να ζήσει. Και το δέχεται. Δεν είναι η φεμινίστρια, ο επαναστατικός άνθρωπος. Μια αδύναμη γυναίκα που ακριβώς αντλεί τη δύναμη της από την αδυναμία της. Κάνει πράγματα, γιατί τα πιστεύει και γιατί δε μπορεί να κάνει αλλιώς. Δεν προδίδει τη ζωή, αλλά δε βγαίνει και μπροστά. έχει τη δύναμη να ακολουθήσει, έχει τη δύναμη να δεχτεί την αδυναμία της και να κινηθεί στα όρια της. Έτσι η Μυρσίνη συνθέτει αντιθέσεις, ρήξεις, κρυφά και ένοχα μυστικά με ειλικρίνεια και αθωότητα. Βιώνει την τραγικότητα της καθημερινής ζωής προσπαθώντας να βρει τις ισορροπίες της, όχι έξω από τα δεδομένα αλλά μέσα σε αυτά. Μια κορύφωση στην προσωπική της ζωή είναι αφορμή να δούμε  πώς πορεύεται στη ζωή της.
 Το θαύμα του έρωτα και η οδύνη της εξαπάτησης συναντιούνται στην εγκυμοσύνη της Μυρσίνης η οποία μετεωρίζεται σχεδόν εφιαλτικά ανάμεσα στην αθωότητα του έσω κόσμου της και στην προδοσία του Μηνά. Και όλα αυτά στην τυραννική αντίθεση ανάμεσα στις μνήμες της ανέμελης ζωής στη Σμύρνη και της δύσκολης ζωής της προσφυγοπούλας στην Αθήνα.
 Η Μυρσίνη φέρνει τα σημάδια της καταστροφής και του χαμένου παραδείσου, συγχρόνως έχει τη δύναμη να μεταστρέψει την καταστροφή σε ανάγκη δημιουργίας, εργάζεται και ερωτεύεται, εξαπατάται και προδίδεται, ωριμάζει και βρίσκει λύσεις στα αδιέξοδα, ελπίζει, επιμένει να ζει γνωρίζοντας πια το βάθος του καλού και του κακού.
 Μέσα από τη ζωή της Μυρσίνης παρακολουθούμε πώς πορεύεται η απλή καθημερινή γυναίκα, παρακολουθούμε τον αγώνα και την αγωνία της να ζήσει, να υπερασπίσει την αξιοπρέπεια της, να μεταστρέψει την αδυναμία σε δύναμη, να βρει την ελευθερία της στο δεσμευτικό κοινωνικό πλαίσιο που διέπεται από τυπικά σχήματα ηθικής .
 Η Μυρσίνη είναι ο άνθρωπος, η κοινωνία, ο κόσμος στην τραγική ασημότητά τους.
 Με την Μυρσίνη ο συγγραφέας καταγράφει την ιστορία από κάτω. Η καθημερινότητα των απλών ανθρώπων παρουσιάζεται, φαινομενικά μόνο ξεκομμένη από σπουδαία γεγονότα, ουσιαστικά όμως προσδιορισμένη από αυτά, ίσως και καθορισμένη, καθώς μια λέξη, φράση, απόφαση πολιτική καθορίζει οριστικά και ανεπανάληπτα, χωρίς γυρισμό τη ζωή του καθημερινού ανθρώπου, της Μυρσίνης, της Αγγέλας, της Δάφνης.
 Από κει και πέρα στην περιπλάνηση  του ο άνθρωπος, η Μυρσίνη στο έργο, πορεύεται με βλέμμα ανήσυχο και αγωνιώδες. Βλέμμα που ο ίδιος ο αγώνας το βάφει με όλα τα χρώματα. Σαν το βλέμμα της Μυρσίνης, που βάφτηκε με όλα τα χρώματα της ζωής: από το μαύρο της αβύσσου και του χαμού στα οριακά αδιέξοδα της ζωής της ως τα πιο φωτεινά της ελπίδας, της ζωής και της αγάπης στα οποία παραδόθηκε άλλοτε συνειδητά και άλλοτε ασυνείδητα.
 Αυτό το βλέμμα λοιπόν, με τα χιλιάδες χρώματα, είναι το δικό μας βλέμμα και ευχαριστούμε τον Βασίλη Μόσχη που μας το παραδίδει με τη μαεστρία ταλαντούχου ζωγράφου και του γοητευτικού παραμυθά.
Πηνελόπη  Τζιώκα

 Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων

 Διδάκτωρ Φιλοσοφίας