Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

Η συγγραφέας Σοφία Βόικου έγραψε για το "Χιλιάδες χρώματα στα μάτια της..." του Βασίλη Μόσχη. Από την εκδήλωση "Ο Βασίλης Μόσχης γράφει" στις ΕΑΡΙΝΕΣ ΗΜΕΡΕΣ ΤΩΝ ΜΟΥΣΩΝ 2013


ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΧΡΩΜΑΤΑ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ

Τον Βασίλη τον Μόσχη, τον γνώρισα αρχικά ως άνθρωπο και στη συνέχεια ως συγγραφέα. Από την πρώτη στιγμή, εκτίμησα το ήθος και τις ιδέες του και μέσα από τις συζητήσεις που κάναμε αντιλήφθηκα ότι κινούμασταν στα ίδια λογοτεχνικά μονοπάτια.
Αμέσως αναζήτησα το πρώτο του μυθιστόρημα το “Χιλιάδες χρώματα στα μάτια της” και βυθίστηκα στην ανάγνωσή του. Το διάβασα λέξη – λέξη, σειρά – σειρά, το ρούφηξα στην κυριολεξία και όταν έφτασα στην τελευταία σελίδα κι έκλεισα το βιβλίο, η πρώτη μου κίνηση ήταν να τον πάρω τηλέφωνο και να του πω “ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ κι ένα μεγάλο ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ”. Ένα 'ευχαριστώ' για το ταξίδι που μου χάρισε στο χώρο και στο χρόνο.
Η ιστορία του βιβλίου είναι βασικά η ιστορία της Μυρσίνης, μιας ξεριζωμένης Ελληνίδας που έφτασε με τα καραβάνια των προσφύγων στην Αθήνα. Κάποιοι, μπορεί να πείτε, χιλιοειπωμένη ιστορία... έχουν γραφτεί τόσα βιβλία με φόντο τη 'Μικρασιατική Καταστροφή'. Τι καινούριο θα μπορούσε να πει κανείς...
Κι όμως... Το βιβλίο δεν αναφέρεται καθόλου στα γεγονότα του Μικρασιατικού Μετώπου, γίνονται μόνο ελάχιστες αναδρομές όπου αυτό χρειάζεται. Ξεκινάει με την εξιστόρηση της ζωή της Μυρσίνης αφού έχει ήδη εγκατασταθεί στην Ελλάδα κι αφού έχει ήδη βάλει τη ζωή της σε κάποιο ρυθμό. Εργάζεται ως υπηρέτρια σε ένα μεγάλο σπίτι μαζί με την Αγγέλα, συντοπίτισσα της από τα μέρη της Σμύρνης. Θα μπορούσαμε να τη θεωρούσαμε και τυχερή, αφού μέσα στις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης που αντιμετώπιζαν οι πρόσφυγες εκείνης της εποχής, η Μυρσίνη έχει μια σχετικά εύκολη δουλειά και καλούς εργοδότες.
Και ξαφνικά, στη ζωή της έρχεται ο έρωτας στο πρόσωπο του Μήνα. Του Μήνα, που τον ερωτεύτηκε μόνο από το άκουσμα της φωνής του, του Μηνά που της υποσχέθηκε τον ουρανό με τ' άστρα. Ο Μηνάς όμως δεν ήταν αυτός που έδειχνε ή αυτός που πίστευε η Μυρσίνη. Ήταν ένας  απατεώνας που εξαπάτησε το κοινό τους αφεντικό τον κύριο Αποστολίδη κι εξαφανίστηκε εν μια νυκτί αφήνοντας πίσω τη Μυρσίνη με γκρεμισμένα όνειρα. Μια Μυρσίνη που δεν ήταν πλέον μόνη αλλά μ' ένα παιδί στην κοιλιά.
Φανταστείτε τώρα μια γυναίκα νέα, ανύπαντρη, με τον υποψήφιο πατέρα εξαφανισμένο, προσφυγοπούλα, φτωχή, εγκυμονούσα εκείνη την εποχή. Εκείνη την εποχή που ακόμα κι ένα φιλί  εκτός γάμου ήταν αρκετό να σε χαρακτηρίσει 'ελαφρών ηθών', εκείνη την εποχή που όλες οι Σμυρνιές χαρακτηρίζονταν από το επίθετο 'παστρικές'. Ποια ήταν λοιπόν η θέση της Μυρσίνης; Πώς θα αντιμετώπιζε η ίδια την εγκυμοσύνη της και πώς οι γύρω της; Πώς θα το έκρυβε από την κοινωνία της εποχής; Τι λύσεις είχε; Να κρατούσε το παιδί μόνη κι ανύπαντρη; Αδιανόητο για εκείνη την εποχή. Η κατακραυγή θα ήταν μεγάλη και για κείνην και για το παιδί της και για την οικογένεια της; Να το δώσει για υιοθεσία; Να το αφήσει στο ορφανοτροφείο ως έκθετο; Δύσκολη απόφαση όταν μάλιστα η ίδια αισθάνεται το μητρικό φίλτρο να ξυπνάει μέσα της από την πρώτη στιγμή που αντιλαμβάνεται την κατάστασή της.

Για όσους δεν έχετε διαβάσει ακόμα το βιβλίο, θα σας αποκαλύψω ότι η Μυρσίνη τελικά αποφάσισε να κρατήσει το παιδί. Δεν τόλμησε όμως να αποκαλύψει στην οικογένειά της το μυστικό που έκρυβε η κοιλιά της παρά μόνο στην πιστή της φίλη την Αγγέλα. Και μαζί βρήκανε τη λύση. Η Μυρσίνη φεύγει από την Αθήνα και πηγαίνει στη Θεσσαλονίκη, όπου θα βρει καταφύγιο σε μια ξαδέλφη της Αγγέλας, την Ερατώ. Η Ερατώ είναι παντρεμένη μ' έναν πλούσιο έμπορο, έχει έναν επιτυχημένο γάμο, η ίδια διευθύνει μία πετυχημένη μοδιστρική επιχείρηση. Όμως κανείς άνθρωπος ποτέ δεν τα έχει όλα. Η ευτυχία της Ερατώς είναι λειψή. Γιατί της λείπει ένα παιδί. Η Μυρσίνη  θα βρει μια νέα οικογένεια και μια νέα δουλειά στο σπίτι της Ερατώς. Μια νέα ζωή ξεκινάει για εκείνην και το παιδί της, δύσκολη αλλά όχι ακατόρθωτη. Τα μαύρα σύννεφα φαίνεται να ανήκουν στο παρελθόν.
Και καθώς ο Βασίλης εξιστορεί την ιστορία της Μυρσίνης στη Θεσσαλονίκη, τα πήγαινε – έλα της μέσα στην πόλη όταν πηγαίνει τις παραγγελίες στα σπίτια των διάφορων πελατών, τις βόλτες που κάνει στην παραλία, μας παρουσιάζει κι όλο το μωσαϊκό της αγαπημένης μου πόλης εκείνη την εποχή. Διαβάζεις το βιβλίο κι είναι σαν να περπατάς κι εσύ εκείνη την ώρα στην παραλία, να χαζεύεις στην πολύβουη Βενιζέλου, να ψωνίζεις κονιάκ Ναπολεόν από το μπακάλικο των Μπέζα και Ρεβάχ, να ξελογιάζεις τον χρόνο σου στην παλιά Λεωφόρο των Εξοχών θαυμάζοντας το Mon Bonheur, το αρχοντικό Καπαντζή, τη βίλα Ίντα...
Γιατί ο Βασίλης ζωντανεύει τη Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου μ' έναν τρόπο μοναδικό, ξεναγώντας μας όχι μόνο στους πολυσύχναστους δρόμους της αλλά και στα εμπορικά της μαγαζιά και στα στέκια όπου διασκέδαζαν οι κάτοικοί της.
Είναι φανερό ότι όλα αυτά τα στοιχεία που με τόση δεξιοτεχνία έχει κρύψει μέσα στο λογοτεχνικό του κείμενο είναι προϊόν εντατικής ιστορικής και λαογραφικής έρευνας κι όχι απλής φαντασίας.

H ζωή ωστόσο παίζει περίεργα παιχνίδια. Ένα άλλο ζευγάρι θα βγει στο προσκήνιο. Η πλούσια Ελίζα, πολύφερνη νύφη της Θεσσαλονίκης, ετοιμάζεται να παντρευτεί τον Κωνσταντίνο, έναν άντρα που όλες θα τον ήθελαν για σύζυγο τους: νέος, όμορφος, έξυπνος, πλούσιος. Κανένα όμως μυστικό δεν μένει για πολύ κρυφό κάτω από το φως του ήλιου. Από ένα περίεργο παιχνίδι της μοίρας, από εκείνα τα περίεργα γυρίσματα που λες ότι ποτέ δεν πρόκειται να συμβούν κι όμως συνεχώς τα βλέπουμε να συμβαίνουν γύρω μας η Μυρσίνη αναλαμβάνει να πάει το νυφικό στο σπίτι της Ελίζας. Κι εκεί θα πέσει επάνω στον Κωνσταντίνο ή αλλιώς στο Μηνά, στον άντρα που αγάπησε, στον άντρα που την πρόδωσε. Δεν πρόλαβε να επουλώσει τις πληγές της κι εκείνος εμφανίστηκε ξανά μπροστά της για να τις ξύσει ξανά.

Καθώς η ιστορία προχωρά νέα πρόσωπα έρχονται να προστεθούν: Μάρω και Θεόφιλος. Ο Θεόφιλος είναι ένας άντρας που έχει μάθει να μάχεται στη ζωή του, προσπαθεί για ένα καλύτερο αύριο, δεν φοβάται τη δουλειά. Στην καθημερινή του όμως μάχη για ένα καλύτερο αύριο, έχει ξεχάσει κάτι σημαντικό: να ζήσει. Κι έτσι μια μέρα, ανακαλύπτει ότι έχει μεγαλώσει κι είναι μόνος δίχως οικογένεια, δίχως γυναίκα και παιδί. Τη ζεστασιά της γυναικείας αγκαλιάς σίγουρα δεν μπορεί να αντικαταστήσει η ζεστασιά του μαγαζιού του. Στο μαγαζί του θα γνωρίσει την Μυρσίνη, νέα κι όμορφη. Την κατάληξη νομίζω ότι όλοι την καταλάβατε. Ένας γάμος από συνοικέσιο, όπως οι περισσότεροι γάμοι της εποχής, ένας γάμος που δεν βασίζεται στον έρωτα, τουλάχιστον από την πλευρά της Μυρσίνης, ένας γάμος που βασίζεται στην ανάγκη αλλά και στο σεβασμό.
Ο Βασίλης βάζει την κεντρική του ηρωίδα να ζει δύο αντιφατικές σχέσεις. Από τη μία, έναν έρωτα παθιασμένο αλλά καταστροφικό από την άλλη μια σχέση ήρεμη αλλά ασφαλή. Αν και νομίζω ότι δίνει την απάντησή του μέσα στο βιβλίο, γιατί ας μην ξεχνάμε ότι ο συγγραφέας κρύβεται σε όλους του τους ήρωες είτε είναι άντρες είτε γυναίκες είτε είναι γεμάτοι πάθη είτε όχι. Κι ο Βασίλης υφαίνει άξια τον ψυχισμό τόσο των απλών καθημερινών ανθρώπων όσο κι εκείνων των ηρώων, των καταστροφικών, αυτοκαταστροφικών ενίοτε, των σκοτεινών γεμάτων πάθη ανθρώπων.
Ας μου επιτραπεί σ' αυτό το σημείο να κάνω μια παρέκβαση και να πω ότι ενώ οι περισσότεροι στη ζωή προτιμούμε να συναναστρεφόμαστε τους ήρεμους και πράους ανθρώπους, εγώ προσωπικά ως συγγραφέας θα έλεγα ότι έχω μία 'διαστροφή' να δείχνω μία ιδιαίτερη συμπάθεια στους σκοτεινούς μου ήρωες.

Για να πιάσουμε το κουβάρι από το σημείο που είχαμε μείνει, το μυθιστόρημα προχωράει γοργά, το ίδιο και τα χρόνια και ξαφνικά βλέπουμε το γιο της Μυρσίνης, το Φίλιππο, παλληκάρι πια, τελειόφοιτο της Ιατρικής, να ταξιδεύει καλοκαίρι στον Πόρο για να δουλέψει στην ταβέρνα της θείας του και φυσικά για να γνωρίσει τον έρωτα στο πρόσωπο μια όμορφης κοπέλας. Καταιγιστικές εξελίξεις, κρυμμένα μυστικά, φοβερές ανατροπές, ένα απροσδόκητο τέλος.
Σ' αυτό το σημείο πρέπει να σταματήσω και να μην αποκαλύψω άλλα πράγματα για το μυθιστόρημα. Όσοι το έχετε ήδη διαβάσει τα γνωρίζετε κι όσοι δεν το έχετε διαβάσει, δεν θέλω να σας χαλάσω την μαγεία του ταξιδιού της ανάγνωσης.
Γιατί για μένα τούτο είναι η ανάγνωση ενός καλογραμμένου βιβλίου, όπως είναι το “Χιλιάδες
χρώματα στα μάτια της”. Ένα ταξίδι στο χρόνο, σε τόπους αταξίδευτους, στο συναίσθημα, στην αυτογνωσία. Φαίνεται ότι αγαπάει τα ταξίδια ο Βασίλης γιατί διάφοροι τόποι παρελαύνουν μέσα στο βιβλίο: Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Βόλος, Πόρος. Χρώματα κι αρώματα. Γεύσεις και μουσικές.

Δεν θα ήθελα να καταχραστώ άλλο το χρόνο σας. Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω που με καλέσατε σήμερα εδώ για να μιλήσω για τον αγαπημένο μου ομότεχνο, τον Βασίλη τον Μόσχη και να σας πω ότι θα έπρεπε να είστε πολύ περήφανοι που έχετε έναν τέτοιο συγγραφέα στην Κατερίνη.
Σας ευχαριστώ κι εύχομαι να 'ναι καλοτάξιδα όλα τα βιβλία του Βασίλη γιατί είμαι σίγουρη ότι θα έρθουν πολλά ακόμη!!!